Saturday, 9 September 2017

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος

«ΠΑΡΑΛΗΠΤΗΣ ΑΓΝΩΣΤΟΣ»






Ξέρουμε ίσως ακόμη κάτι, αυτό που κυρίως σήμερα αποσιωπάται. Ότι ο κομμουνισμός πριν καταρρεύσει είχε ήδη ηττηθεί. Είχε ηττηθεί όταν η επανάσταση έγινε αντεπανάσταση [...] ηττήθηκε όταν οι επαναστάτες κατά χιλιάδες γνώρισαν τα εκτελεστικά αποσπάσματα και τα γκουλάγκ, ηττήθηκε ο κομμουνισμός όταν οι σιμπιλητές της θεωρίας του τον μετέτερπαν σε ενδοκόσμιο χιλιασμό που τροφοδοτούσε κοινωνικές δεισιδαιμονίες και αναχρονισμούς [...] ηττήθηκε εκεί που αντί για έκσταση και πάθος περίσσεψε η νεύρωση και ο μοντερνισμός. 

(Άγγ. Ελεφάντης, «Αριστεροί χωρίς Αριστερά», Ο Πολίτης, 115, Οκτ. 1991)




Μαθαίνω, κακορίζικε, τα μαντάτα σου, που δεν έχεις τώρα στον ήλιο μοίρα γιατί ποτέ δεν είχες μυαλό. Γιατί το μυαλό που σου’ δωσε ο Θεός το ’βαλες στη δούλεψη του Διαόλου. Κι ο Διάολος τώρα σ’ ανταμοίβει. Δεν σου ’μεινε τόπος να σταθείς και να πατήσεις κι ας είχες κάποτε τον κόσμο όλο δικό σου – ή μήπως ήτανε μονάχα στο κεφάλι σου;

Από την  ίδια κοιλιά βγήκαμε, όμως εσύ γι’ αλλού τραβούσες. Πάντα τρωγόμαστε. Άσπρο εγώ, μαύρο εσύ. Νίκησε τ’ άσπρο. Δεν το ’ξερες πως το καλό πάντα νικάει;  Το ’ξερες βέβαια μα το ’λεγες ανάποδα γιατί όλα τ’ αναποδογυρίζεις: «Καλό είναι αυτό που νικάει» κορόιδευες. Τον εαυτό σου κορόιδευες. Νίκησε τ’ άσπρο. Μονάχος απόμεινες, ή σχεδόν μονάχος. Μίζερος και γκρινιάρης, ίδιες κι οι παρέες σου· τρεις κι ο κούκκος. Ανάποδος πάντα. Όταν ήμουν κομμουνιστής μ’ έλεγες φασίστα. Ήρθε η ώρα και μπήκα στο ΠΑΣΟΚ. Γιατί σ’ αυτό έλαχε ο κλήρος ν’ αλλάξει τη μοίρα αυτού του τόπου. Κι αν δεν κληρονομήσαμε τη βασιλεία των ουρανών ιδρύσαμε τη βάση της νεώτερης λαϊκής μας κουλτούρας: Γήπεδα απογειώσεως των στεναγμών, παλλαϊκές συναυλίες ολικής αλέσεως, φουτουρισμός συν εξηλεκτρισμός, τά λέηζερ εκτόπισαν τα τανκς, η εξουσία κατάκτησε τη φαντασία και τ’ αερόστατα ανέβαινα, αδερφέ μου, κι εγώ μαζί τους, στα ψηλά, τραγουδώντας τον ύμνο της γενιάς μας: «θα σε καταγγείλω πονηρέ πολιτευτή».

Όμως εσένα πάλι τίποτα δεν σ’ άρεσε. Ούτε τα φύκια ούτε οι μεταξωτές κορδέλες ούτε οι κάθετες (κερδοφόρες έστω) καταγγελίες μου. Μ’ έλεγες μεταμφιεσμένο γιάπη ώσπου αναγκάστηκα να κόψω γέννια και μαλλιά να δω κι εγώ ποιος ήμουν από κάτω. Είχα παραχοντρήνει, πράγματι, για ραψωδός – ένας χοντρός γαλάζιος ποντικός και το τυρί μου είχε τελειώσει. Χώθηκα μέσα στην κεφαλογραβιέρα της νέας Δεξιάς. Εσύ γκρίνιαζες, εγώ απλώς ωρίμαζα. Ωρίμαζα κι ανέβαινα. Το αερόστατό μου μ’ έφερε και μ’ απόθεσε αγαπητικά στη σωστή μεριά. Τα ξαναβρήκα με τον πατέρα, μου ’γραψε κι εκείνο το οικόπεδο στο χωριό. Μόνο μ' εσένα δεν μπορώ να τα βρω. Πάντα μου γυρίζεις τις πλάτες. Και γιατί; Επειδή επέζησα; Επειδή όχι μόνο επέζησα αλλά ανήλθα κιόλας; Και δεν έμαθες ακόμα ότι «επιζώ» σημαίνει «ανέρχομαι», με όλα όσα θεμιτά και αθέμιτα υποννοεί το ρήμα; Ξέρω  πως μου απαντάς: «Μα δεν άλλαξες· πάντα τέτοιος ήσουνα». Έστω. Δεν άλλαξα. Αλλά να μην αλλάξω τουλάχιστον ούτε ρούχα; Να κάτσω να βουλιάξω με το καράβι μου; Μα ποιος ήμουν εγώ στο κάτω κάτω; ο καπετάνιος; Ένας ραψωδός ήμουνα που τώρα χόντρηνε κι αλλάζει ρούχα. Τι άλλο να ’κανα; Δεν βλέπεις, έρμε, τι γίνεται γύρω σου; Χαμός! Τα σύμβολα και τα σημεία θα κοιτάξουμε τώρα ή το φτωχό τομάρι μας; Οι άνθρωποι δεν αλλάζουν, τα σύμβολα αλλάζουν.

Και πώς αλλάζουν! Οι ίδιοι άνθρωποι από κυπαρίσια γίνονται αναρριχητικά. Κι όταν γκρεμίζονται τα στηρίγματα σέρνονται πάνω στα μεγάλα πτώματα παρατείνοντας την ελπίδα ώς τον εξευτελισμό της. Τα σφυροδρέπανα βουλιάξανε στο αίμα και στη λάσπη. Τι σε κόφτουν εσένα Γιέλτσιν και περεστρόικες – πράσινα και γαλάζια άλογα; Εσύ ποτέ δεν ήσουν κομμουνιστής – αφού εγώ ήμουν ο κομμουνιστής. Εντάξει. Δίκιο είχες τότε. Αν αυτό σε ικανοποιεί στο λέω σήμερα. Γιατί όμως θέλεις να έχεις και σήμερα δίκιο; Σου χαρίζω το παρελθόν, άσε μου το παρόν. Γιατί θες να ’χεις πάντα δίκιο; Ποιος είσαι; Ήμουν αριστερός, έγινα ΠΑΣΟΚ, είμαι δεξιός – δεν σε βρήκα πουθενά. Μονάχα βρίζεις το παρελθόν μου, το παρόν μου και το μέλλον μου. Εσύ ποιος είσαι; Δεν είσαι μήπως ο αδελφός μου;


Σε ξέρω καλύτερα απ’ όσο με ξέρεις. Εγώ είμαι παίκτης – χάνω ή κερδίζω. Αυτό που έχει σημασία είναι το παιχνίδι. Κερδίζω ή χάνω, κερδίζω· γιατί μου μένει πάντα η προσμονή της επόμενης παρτίδας. Εσύ έχεις χάσει απ’ την αρχή. Γιατί είσαι πιστός – και ο Θεός σου δεν υπάρχει. Κοίταξε γύρω σου επιτέλους. Πού είναι λοιπόν ο «λαός σου»; Εγώ είμαι ο «λαός» σου.
σημειώσεις, 38, Φεβρουάριος 1992

Wednesday, 9 August 2017

Μακαρισμός στον Σουλτάνο (επί τη διασώσει του)





-->

Μπορώ να έχω κάνει και τα δύο: και να έχω αυτό που έχω κάνει, και να μην το έχω κάνει. Αν δεν το έχω κάνει, τότε αυτό που έχω κάνει δεν είναι καμωμένο. Εφ' όσον αυτό που έχω κάνει δεν είναι καμωμένο, έχω κάνει το μη-καμωμένο. Πώς κάνω το μη-καμωμένο, και τι είδους πράξη είναι η πράξη μου, η πράξη του μη-καμωμένου; Δεν είναι μη-πράξη. Είναι πράξη που παράγει μη-καμωμένο. Δεν είναι πράξη που αρνήθηκα να κάνω, δεν είναι πράξη αρνητική. Είναι πράξη θετική, που παρήγαγε κάτι που συνέβη αλλά δεν έγινε.

Γιατί δεν έγινε, αφού συνέβη;  Διότι αρνούμαι να έχει γίνει. Αρνούμαι να της σταθμίσω ένα προηγούμενο σημείο το οποίο, στη συνέχεια, θα είναι αφετηρία μιας άλλης πράξης. Tης αρνούμαι τη γνώση της, ενώ έχω συνείδηση της πράξης του μη-καμωμένου. Είμαι ένα υποκείμενο που αποβάλλει από τον εαυτό του την επιθυμία μιας πράξης που δεν θέλησε  να κάνει. Τι με ώθησε να κάνω εκείνο το οποίο, κάνοντάς το, ήταν σαν να μην το έκανα; Μόνο η δυνατότητα ότι μπορούσα να το κάνω.

Η δυνατότητα να μπορώ να το κάνω γέννησε την πράξη που το έκανα. Έκανα λοιπόν μια δυνητική πράξη. Από πού όμως πηγάζει η δυνητικότητα της πράξης μου; Πηγάζει από το γεγονός ότι είχα συναίσθηση της δυνητικότητάς της, αφού ήταν πράξη και όχι πάθος. Η παρουσία της δυνητικότητας είναι σχεδόν ισοδύναμη με την επιτέλεση της πράξης. Είναι το "γιατί όχι" που παρουσιάζεται συχνά στη ζωή μας. Είναι ένα μεγάλο μέρος της επιλογής. Συνήθως είναι σκεπασμένο από τον μανδύα της ρουτίνας.

Η πράξη που παράγει το μη-καμωμένο είναι στον αντίποδα της πράξης της ρουτίνας, η οποία αυτή έχει σχήμα, μεμονωμένη σημασία, ρυθμό. Η πράξη του μη-καμωμένου, όταν επιτελείται, αφήνει το άγνωστο, το οποίο αυτό στερείται σχήματος, σημασίας και ρυθμού, να εισχωρήσει μέσα στην αλυσίδα των πράξεων που γίνονται για το καμωμένο, και να δημιουργήσει ένα τίποτα. Το τίποτα αυτό απαιτεί αμέσως πολύ μεγαλύτερη ισχύ από όλα τα κάτι· τα κάτι, όσο σπουδαία και να είναι, ωχριούν μπροστά σε τούτο το στιβαρό εν τη μηδαμηνότητί του τίποτα, αυτό το κάθετο εν τη ανυπαρξία του τίποτα, αυτό το ρηξικέλευθο εν τη απραξία του τίποτα. Μετά από αυτό όλα μπορούν να υπάρχουν εν τομή, τομή του καμωμένου και του μη-καμωμένου. Η πράξη της άρνησης του καμωμένου μπορεί να γενικευθεί και όλα να θεωρηθούν με τη σειρά τους τίποτα, χωρίς αυτό να είναι ψέμα ή φρεναπάτη. Η έκταση του τίποτα μεγαλώνει και κατοικείται από μη-πράγματα. Η δυνητικότητα των πραγμάτων να είναι μη-πράγματα εγκαθίσταται στη συνείδησή μου. Διαβάζω τα πράγματα ως μη-πράγματα, και αν στραφώ προς τη συνείδησή μου, την διαβάζω και αυτήν ως μη-συνείδηση.

Συνεχίζω  να είμαι ένα υποκείμενο, με μη-συνείδηση; Συνεχίζω. Είμαι ένα υποκείμενο που βρίσκεται ανάμεσα σε μη-πράγματα· τα μη-πράγματα δεν εμπίπτουν στη συνείδηση –η μη-συνείδηση είναι εκεί για τα μη-πράγματα. Αντικείμενο όμως υπάρχει για το υποκείμενό μου: είναι ο εαυτός μου. Ακόμα και η δυνητικότητα του εαυτού μου δεν μπορεί παρά να επιβεβαιώνει την ίδρυση του εαυτού μου κάθε στιγμή. Τι απέμεινε; Το τίποτα και ο εαυτός μου. Ο εαυτός μου και το τίποτα ενυπάρχουν, το τίποτα αγκαλιάζει τον εαυτό μου και ο εαυτός μου το τίποτα, και ανάλογα με το ποιος σκεπάζει ποιον, το υποκείμενό μου ζει ή δεν ζει. Όμως, σκεπασμένος ο εαυτός μου από το τίποτα, δεν μπορεί παρά να στραφεί προς εαυτόν και μη μπορώντας να κάνει τίποτε άλλο, γιατί δεν έχει υποκείμενο –είναι η στιγμή που είναι ανυποκείμενος–, το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να τον θεωρήσει μη-εαυτόν, δημιουργώντας έτσι τον μη-εαυτόν του τίποτα, το οποίο ως υποκείμενο αδυνατεί να είναι τίποτα.

Γίνεται λοιπόν υποκείμενο του τίποτα, και ο μη-εαυτός δικαιωματικά αναγορεύεται εαυτός αυτού του υποκειμένου. Ο μη-εαυτός που γίνεται εαυτός, γίνεται αντικείμενο αυτού του υποκειμένου. Λέει το υποκείμενο και το αντικείμενο είναι. Όντας το αντικείμενο και λέγοντας το υποκείμενο, η δυνητικότητα της πράξης του λέγειν γεννά το μη-τίποτα. Αλλά γεννώντας, το γεννά ως κάτι. Και τότε αυτό το κάτι προκαλεί συνείδηση, η συνείδηση τοποθετεί τον εαυτό μέσα στο υποκείμενο, και γίνεται πανηγυρικά ο εαυτός του.

Αυτός είναι ο κύκλος της αποτυχίας  και τελειώνει με ένα μακαρισμό: Μακάριοι οι αποτυχόντες ότι ου γελασθήσονται.


[επιστολή της Κλ. Μ. επ' ευκαιρία της διάσωσής μου]

Friday, 28 April 2017

Πτυχές της Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας στην εποχή των Capital Controls



Η ομάδα Personal Cinema & Collaborators, σε συνεργασία με την Europeana
Foundation και το goteo.org, ανακοίνωσαν πρόσφατα την έναρξη μιας
εκστρατείας χρηματοδότησης πλήθους στην πλατφόρμα crowdfunding του
goteo.org, στο πλαίσιο του προγράμματος #Europeana4Education.

Μετά από διεθνή ανοικτή πρόσκληση της Europeana για υποβολή
προτάσεων σχετικών με καινοτόμα εγχειρήματα στον τομέα της εκπαίδευσης,
το πρότζεκτ μας 1821 Greek Revolution History Platform, ήταν μία από τις
τρεις προτάσεις που επιλέχθηκαν, ανάμεσα σε 19 από όλη την Ευρώπη.

Στην εκστρατεία χρηματοδότησης πλήθους, που διεξάγεται από 26 Απριλίου
έως 25 Ιουνίου 2017, η Europeana συμβάλλει διπλασιάζοντας τη συνεισφορά
κάθε χρηματοδότη έως το ποσό των 100€ (μέχρι να συμπληρωθεί το ποσό
που διαθέτει για την οικονομική υποστήριξη των επιλεγμένων πρότζεκτ).

Κύριος σκοπός του έργου είναι η δημιουργία μιας διαδικτυακής πλατφόρμας η
οποία θα παρέχει σε μαθητές και εκπαιδευτικούς ένα καινοτόμο εργαλείο
προσέγγισης της ευρωπαϊκής ιστορικής κληρονομιάς, μέσω της επανάχρησης
του περιεχομένου της Europeana που αφορά την προεπαναστατική και
μεταεπαναστατική περίοδο του Ελληνικού Αγώνα της Ανεξαρτησίας, η
διαδικτυακή πλατφόρμα θα λειτουργεί ως καινοτόμο διαδραστικό εργαλείο για
την προσέγγιση του γνωστικού πεδίου της ιστορίας.

Η χρηματοδότηση πλήθους (crowdfunding) είναι μια πρακτική
χρηματοδότησης ενός πρότζεκτ ή μιας επιχείρησης μέσω οικονομικής
συνεισφοράς από μεγάλο αριθμό ανθρώπων, που στις μέρες μας
πραγματοποιείται μέσω διαμεσολαβημένων εγγραφών σε πλατφόρμες στο
διαδίκτυο, αν και η ιδέα μπορεί να υλοποιηθεί και μέσω εγγραφών σε λίστες
ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, καλεσμάτων σε συμβάντα ενίσχυσης και άλλες
μεθόδους. Το crowdfunding όπως και το Peer to Peer (P2P) funding, είναι
μορφές εναλλακτικής χρηματοδότησης, που αναδύθηκαν εκτός του
παραδοσιακού χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Οι εναλλακτικές αυτές μέθοδοι προσφέρουν συχνά χρηματοδοτήσεις σ’ εκείνο
τον τόπο και σ’ αυτούς που την χρειάζονται, με άλλα λόγια εκεί όπου
διαφορετικά δεν θα μπορούσε να βρεθούν πόροι από τις δεδομένες
παραδοσιακές πηγές. Επιπλέον, οι τρόποι συνεισφοράς περιλαμβάνουν και
συμμετοχή σε υπηρεσίες όπως μεταφράσεις, συμβολή σε συμπαραγωγές,
διανομή και διαμοιρασμό της ιδέας και της καμπάνιας, δημιουργώντας έτσι
την αίσθηση της κοινότητας και του «ανοίκειν».

Εργαλεία, όπως το goteo, κινητοποιούν οικονομικούς πόρους και
ανθρώπινες συνεργασίες, συμβάλλουν στην οικοδόμηση κοινότητας,
διανέμουν και δημιουργούν εγρήγορση και δέσμευση για κοινωνικοπολιτικά
αιτήματα. Επιτρέπουν συνεργασίες μεγάλης κλίμακας μεταξύ ομοτίμων,
δημιουργούν συνδέσεις και υποστήριξη μεταξύ επιχειρήσεων, πανεπιστημίων
και πολιτών και προωθούν την ανοιχτότητα της πληροφορίας και της γνώσης
για να επιτρέψουν την ανάδυση λογικών διαφάνειας και συνεργασίας αντί για
αδιαφάνεια και ανταγωνισμό.

Με έκπληξη λοιπόν διαπιστώνουμε πως για τους κατοίκους της ελληνικής
επικράτειας, οι οποίοι είναι κάτοχοι χρεωστικών ή/και πιστωτικών καρτών δεν
επιτρέπεται η συνεισφορά στην καμπάνια. Δεδομένου ότι οι καμπάνιες
χρηματοδότησης πλήθους, συμπεριλαμβάνονται στην κατηγορία που
εξαιρείται από τη μερική άρση των capital controls και συγκαταλέγεται στην
αποκλεισμένη κατηγορία "φιλανθρωπικοί σκοποί", μαζί με τις αγορές
κοσμημάτων, τα online MMO (βιντεοπαιχνίδια), τα στοιχήματα σε ιστότοπους
του εξωτερικού κ.λπ. Την ίδια στιγμή, επιτρέπεται η συνεισφορά στην
καμπάνια στο goteo.org μέσω Paypal, με την προϋπόθεση ανοίγματος
λογαριασμού στη συγκεκριμένη εταιρεία και πληρωμής του αντίστοιχου
κομίστρου. Κάτι που επιπλέον καθιστά δυσχερή την χρηματοδότηση από
οποιονδήποτε θέλει να συνεισφέρει, αλλά δεν επιθυμεί να ανοίξει λογαριασμό
στο Paypal.

Εγείρεται λοιπόν ένα ζήτημα καταστρατήγησης του δικαιώματος ελεύθερης
συμμετοχής των ελλήνων πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε
πρωτοβουλίες που αφορούν τον πολιτισμό και την εκπαίδευση, οι οποίες
μάλιστα δεν αποσκοπούν στο κέρδος, αλλά διέπονται από τη λογική των
Creative Commons και των ανοιχτών αδειών.

Σε μια συγκυρία όπου στην Ελλάδα αναλαμβάνονται νομοθετικές
πρωτοβουλίες για την ενίσχυση της Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας
και των καινοτόμων εγχειρημάτων στον χώρο της ψηφιακής παραγωγής, η
διαιώνιση αυτών των περιοριστικών μέτρων στη χρηματοδότηση πλήθους
που επιβάλλουν τα capital controls δεν δυσχεραίνει μόνο την επιτυχή έκβαση
της συγκεκριμένης καμπάνιας αλλά λειτουργεί ανασχετικά στη δυναμική
παρουσία κάθε ελληνικού καινοτόμου εγχειρήματος στον ευρωπαϊκό χώρο.
Σε μια πιθανή προέκταση του προσδορισμού της χρηματοδότησης από το
πλήθος για το πλήθος, όπως υπαγορεύει η λογική των capital controls, θα
μπορούσε να συμπεράνει κανείς πως η φιλανθρωπία είναι μια αδιαφανής
πράξη. Είναι όμως η χρηματοδότηση από το πλήθος φιλανθρωπία;

Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το πρότζεκτ 1821 Greek Revolution History
Platform, για την υποστήριξη και διάδοση της καμπάνιας μας, επισκεφθείτε τη σελίδα μας
στο Goteo: http://goteo.cc/1821
Eπικοινωνία και πληροφορίες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης
email: 1821theplatform@gmail.com
facebook: https://www.facebook.com/1821-the-platform-1049390971871537/
twitter: @1821theplatform
website: http://personalcinema.org/

Monday, 2 February 2015

Η ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΣΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ: Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΦΟΡΑ

του Γιώργου Λιερού



















Η τραγωδία στην ευρωζώνη σήμερα, είναι η αίσθηση παραίτησης που επικρατεί, όπου τα κατεστημένα κόμματα της κεντροαριστεράς και της κεντροδεξιάς αφήνουν την Ευρώπη να κυλήσει σ’ έναν οικονομικό «πυρηνικό χειμώνα». Κατά μία έννοια είναι τραγικό, αλλά μόνο κόμματα της ριζοσπαστικής αριστεράς μπορούν να στηρίξουν αξιόλογες στρατηγικές, όπως αναδιοργάνωση του χρέους.
Η άνοδος των Podemos, δείχνει ότι υπάρχει μεγάλη ζήτηση για εναλλακτική στρατηγική. Αν δεν αλλάξουν θέσεις τα καθιερωμένα κόμματα, θα δημιουργηθεί μεγάλο κενό για να καλύψουν οι Podemos και ΣΥΡΙΖΑ.
-Financial Times, Wolfgang Munchau 29/11/2014

Κυριακή βράδυ 25 Ιανουαρίου, κέντρο Αθήνας. Χιλιάδες άνθρωποι γιορτάζουν τη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ. 18 Οκτωβρίου 1981, 34 χρόνια πριν, εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ: πολλές εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι έχουν ξεχυθεί στους δρόμους. Σε κάθε πόλη, σε ολόκληρη τη χώρα, όχι μόνο οι φίλοι του ΠΑΣΟΚ αλλά όλη η αριστερά, ακόμα και οι αυτόνομοι και αντιεξουσιαστές, θα γιορτάσουν μέχρι το πρωί. Η κυβερνητική αλλαγή του 1981, το κορύφωμα μιας πλούσιας πολιτικής ζωής, ερχόταν στη συνέχεια των κινημάτων της μεταπολίτευσης, του φοιτητικού, του εργατικού και επίσης εκείνου του εργοστασιακού συνδικαλισμού. Το ΠΑΣΟΚ τότε δεν ήταν εκείνο του Σημίτη, του Γ. Παπανδρέου και του Βενιζέλου. Ενώ διαρκούσε ακόμη ο ψυχρός πόλεμος, πρέσβευε την έξοδο της Ελλάδας από το ΝΑΤΟ και την ΕΟΚ. Διαχωριζόταν ρητά από τη Σοσιαλιστική Διεθνή, υποστήριζε την αυτοδιαχείριση, τους αγροτοβιομηχανικούς συνεταιρισμούς, τα «συμβούλια», απολάμβανε μεγάλο κύρος μεταξύ των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων όλου του κόσμου. Στους κόλπους του συζητιόταν ο ένοπλος αγώνας, η συνταγματική κατοχύρωση του σοσιαλιστικού προσανατολισμού κ.ά. Μέχρι το 1989 ο ριζοσπαστισμός του ΠΑΣΟΚ, της αριστεράς που για πρώτη φορά ανέλαβε στη χώρα την κυβερνητική εξουσία, είχε εξαντληθεί.

Ποιο ήταν το πραγματικό επίδικο στο εγχείρημα του ΠΑΣΟΚ όπως και σε εκείνο που ανέλαβε την ίδια εποχή η Ενωμένη Αριστερά (Σοσιαλιστικό Κόμμα, ΚΚΓ) στη Γαλλία; Επρόκειτο για μια τελευταία απόπειρα ανανέωσης-διάσωσης του σοσιαλδημοκρατικού συμβολαίου, μεσούσης της νεοφιλελεύθερης επίθεσης και ενώ είχε δρομολογηθεί η παγκοσμιοποίηση και οι ρωγμές από τη μία των σοσιαλιστικών καθεστώτων και από την άλλη των μαζικών κομμάτων, των συνδικάτων και του κράτους πρόνοιας –δηλαδή των στυλοβατών του μεταπολεμικού κόσμου– πολλαπλασιάζονταν και βάθαιναν με αυξανόμενη ταχύτητα. Μια ολόκληρη εποχή  έφευγε. Στην πραγματικότητα, στην Ελλάδα και στη Γαλλία με τη ριζοσπαστικοποίηση του προγραμματικού λόγου, προσπαθούσαν να διασώσουν το σοσιαλδημοκρατικό συμβόλαιο υπερβαίνοντάς το.

Τα εγχειρήματα αυτά απέτυχαν. Στην Ελλάδα, υπό την ηγεμονία του ΠΑΣΟΚ, θα επιβίωνε για μερικές δεκαετίες ένας συνασπισμός συμφερόντων και κοινωνικών ομάδων (πολιτικά πελατειακά δίκτυα, κρατικοδίαιτη ολιγαρχία του πλούτου, ΜΜΕ, συνδικαλιστική γραφειοκρατία κ.ά.) αξιοποιώντας τις προσφερόμενες ευκαιρίες στα διάκενα του νεοφιλελεύθερου κόσμου (δανεισμός, ευρωπαϊκά κονδύλια κ.ά.). Το εξαιρετικά ασταθές αυτό οικοδόμημα, κατέρρευσε με βίαιο τρόπο μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008. Εντωμεταξύ, είχε ακυρώσει κάθε δυνατότητα που θα επέτρεπε στην οικονομία της χώρας να είναι στοιχειωδώς βιώσιμη στο νέο περιβάλλον. Και δεν ήταν μόνο η υπερχρέωση. Η είσοδος στην ευρωζώνη ήταν εντελώς αναντίστοιχη με τον παραγωγικό δυναμισμό της χώρας. Σημειώθηκε πλήρης αποτυχία στη διάσωση του παραγωγικού ιστού στον δευτερογενή αλλά και στον πρωτογενή τομέα. Στην Ελλάδα όλα αυτά τα χρόνια, δεν είχαμε κάτι σαν την άνθιση της Καταλονίας ή της Τρίτης Ιταλίας (οικονομικά γεγονότα που εν μέρει οφείλονται στην αριστερά και τα κινήματα), αν και βέβαια ως χώρα δεν είχαμε ποτέ τη βιομηχανική ή την αστική παράδοση της Καταλονίας και της Ιταλίας.

Στα πλαίσια της σοσιαλδημοκρατίας, η εναλλακτική απάντηση σ’ εκείνη που δόθηκε στην Ελλάδα και στη Γαλλία στις αρχές της δεκαετίας του ’80, ήταν ο σοσιαλφιλελευθερισμός που ξεκίνησε με τους Νέους Εργατικούς του Τόνι Μπλαίρ και τον «Τρίτο Δρόμο» και επρόκειτο να επικρατήσει πλήρως τις επόμενες δεκαετίες ακόμα και μεταξύ των ελπιδοφόρων κάποτε κομμάτων των πρασίνων. Όμως ο πολύ πιο ρεαλιστικός σοσιαλφιλελευθερισμός, εξόκειλε τείνοντας να ταυτιστεί με τη νεοφιλελεύθερη δεξιά και προκαλώντας έτσι σήμερα μια επικίνδυνη δομική ανισορροπία στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Στην Ευρωπαϊκή ένωση σήμερα εκδηλώνονται φυγόκεντρες τάσης κάθε είδους, βαθαίνει η αντίθεση Βορρά-Νότου, οξύνεται η σύγκρουση ανάμεσα σε «εθνικές» οικονομίες, επιταχύνεται η κατά τμήματα διάλυση του κοινωνικού ιστού ενώ είναι φανερή η αδυναμία διαχείρισης των κοινωνικών συγκρούσεων. Η οικονομική ύφεση, η στασιμότητα, η υπερχρέωση κ.α. αντιστοιχούν στις αυξανόμενες αδυναμίες της ευρωπαϊκής «αγοράς», η οποία όπως κάθε αγορά είναι δημόσιος θεσμός και ως εκ τούτου, κατασκευάζεται πολιτικά. Βέβαια, η ενσωμάτωση των «εθνικών» οικονομιών σε μια ευρωπαϊκή οικονομία, δεν μπορεί να είναι πλήρης και χωρίς υπόλοιπα ώστε να δώσει έναν ομοιογενή χώρο. Οι εθνικές/εθνοτικές ιεραρχίες, η εξάρθρωση ή καλύτερα η ανηλεής κατάτμηση σε ζώνες, αποτελούν δομικά χαρακτηριστικά του σύγχρονου καπιταλισμού. Όμως ο ανασυνδιασμός των ζωνών αυτών και των κάθε λογής θραυσμάτων, είναι ένα πολύ κρίσιμο ηγεμονικό εγχείρημα και η απουσία ενός φορέα ικανού να το αναλάβει, αποτελεί ένα πραγματικό συστημικό κίνδυνο για την (καπιταλιστική) Ευρώπη.

Εντωμεταξύ στην Ελλάδα, η άνοδος της αριστεράς στην εξουσία (του ΣΥΡΙΖΑ) ήταν η μόνη δυνατή απάντηση της κοινωνίας με δεδομένη τη διπλή αποτυχία των κινημάτων των τελευταίων χρόνων: απέτυχαν εν πολλοίς να κερδίσουν πολιτικές νίκες απέναντι στο κράτος, απέτυχαν να βαθύνουν το κοινωνικό τους περιεχόμενο. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι επρόκειτο για κοινωνικό-πολιτικά κινήματα, με το βάρος να πέφτει σχεδόν μονομερώς στο πολιτικό στοιχείο. Σήμερα η ελληνική ενδογενής δυναμική, συμπίπτει με την αυξανόμενη κατανόηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο των σοβαρών κινδύνων που συνεπάγεται η απουσία ευρωπαϊκής εναλλακτικής στρατηγικής η οποία να αφορά το σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης˙ κινδύνων που επισημαίνει γλαφυρά και μαζί σε δραματικούς τόνους ο Wolfgang Munchau στους Financial Times. Αυτή ακριβώς η σύμπτωση, είναι «η ευρωπαϊκή ώρα της Ελλάδας», για την οποία μιλάει ο Αντώνης Λιάκος. Η μεγάλη ευκαιρία του ΣΥΡΙΖΑ (αλλά και ο χειρότερος κίνδυνος εάν δεν τον ευνοήσει η συγκυρία), είναι η δυνατότητα του να αναστρέψει τις διαδικασίες οικοδόμησης της λεγόμενης «γερμανικής Ευρώπης» και να δρομολογήσει τη συγκρότηση εναλλακτικών ηγεμονικών συνασπισμών γύρω από ένα νέο «κοινωνικό συμβόλαιο» στη θέση του παλιού σοσιαλδημοκρατικού, ο καιρός του οποίου έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Το νέο «κοινωνικό συμβόλαιο», πρωτοδιατυπώθηκε στη Λατινική Αμερική μέσα από τη σχέση των κυβερνήσεων της αριστεράς με τα κοινωνικά κινήματα. Μια επόμενη φάση, ήταν η προεδρία Ομπάμα με όλη της την αντιφατικότητα και τώρα ήρθε η ώρα του ΣΥΡΙΖΑ και του Podemos.

Και ποιά θέση έχει σ’ αυτό το εγχείρημα ο σοσιαλισμός, η γενικευμένη αυτοδιαχείριση, η άμεση δημοκρατία κ.α.; Την δεκαετία του ’80, η συζήτηση για το «κοινωνικό συμβόλαιο» διεξαγόταν ακόμη μέσα στον νοητικό ορίζοντα της σοσιαλιστικής προοπτικής, με αποτέλεσμα οι πράξεις να μαλλιοτραβιούνται με τα λόγια. Σήμερα, ο τρόπος πρόσληψης της πραγματικότητας από τη ριζοσπαστική διανόηση, είναι πολύ πιο πλουραλιστικός και εναντίον της δικτατορίας «είτε της αγοράς, είτε του κράτους, είτε των άμεσων παραγωγών» (Λακλάου) . Μια μεικτή οικονομία, φαίνεται να είναι αποδεκτή σχεδόν απ’ όλους τους διανοούμενους της αριστεράς. Μερικοί μας καλούν να πάψουμε να βλέπουμε την κοινωνία κεφαλαιο-κεντρικά, ενώ άλλοι (π.χ. ο Ντε Άντζελις), μας διαβεβαιώνουν ότι ο καπιταλισμός δεν υπάρχει. Ο σημερινός νοητικός ορίζοντας, διέπεται από τις κατηγορίες του εκδημοκρατισμού και της διαφοράς και τα τρέχοντα προτάγματα, είναι αυτά των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και στρέφονται εναντίον του ρατσισμού , του αντισημιτισμού, του αποκλεισμού κ.τ.λ. Εδώ και τρεις-τέσσερις δεκαετίες, πολλοί διανοούμενοι έχουν επεξεργαστεί τα κατάλληλα νοητικά εργαλεία με τα οποία το δίκτυο εξουσίας του ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να κατανοεί μ’ ένα λίγο-πολύ διαυγή τρόπο αυτό που κάνει. Εν πολλοίς, οι ίδιοι διανοούμενοι (Λακλάου, Μουφ, Ζίζεκ, Χαρντ, Νέγκρι κ.α.) έχουν αναγνωρίσει πόσο σημαντική είναι για τα κινήματα η κυβερνώσα αριστερά. Τα κοινωνικά κινήματα μπορούν να πειραματίζονται με την άμεση δημοκρατία και την αλληλέγγυα και συνεργατική οικονομία στις «ρωγμές» και να αφήσουν τα υπόλοιπα στους «πολιτικούς ακτιβιστές» (η τελευταία φράση είναι του Ντε Άντζελις).

Ένα μεγάλο μέρος της κομματικής οργάνωσης του ΣΥΡΙΖΑ και προπάντων η αριστερή του πτέρυγα, δεν αποδέχονται τις απόψεις αυτές. Εδώ πρέπει να ξεχωρίσουμε δίκτυο εξουσίας, ΣΥΡΙΖΑ/κομματική οργάνωση. Το δίκτυο εξουσίας στη σύγχρονη (καπιταλιστική) πολιτική, έχει πάρει τη θέση του μαζικού κόμματος το οποίο έχει επικρατήσει μια προηγούμενη περίοδο. Η κομματική οργάνωση, κληρονόμος του μαζικού κινήματος, αποτελεί ένα μέρος μόνο του ευρύτερου δικτύου εξουσίας ΣΥΡΙΖΑ. Επίσης, η διάκριση δίκτυο εξουσίας/κόμμα, δεν έχει να κάνει με τη διάκριση αριστερή κυβέρνηση/κοινωνικά κινήματα. Οι αγωνιστές αυτοί, πρέπει πριν απ’ όλα να καταλάβουν τη σχετικά περιορισμένη εμβέλεια –όποια κι αν είναι η έκβαση– των συγκρούσεων στο εσωτερικό ενός κόμματος την εποχή των δικτύων εξουσίας. Πολλοί ανάμεσά τους, αντιλαμβάνονται και σωστά ότι υπάρχει ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα με τις μεταμοντέρνες πολιτικές θεωρίες στις οποίες αναφερθήκαμε προηγουμένως. Όμως το αντικαπιταλιστικό εγχείρημα –το οποίο θα διαδραματιστεί κατά το μεγαλύτερο μέρος πέραν του ΣΥΡΙΖΑ– δεν μπορεί πλέον να διατυπωθεί με τους όρους του κράτους πρόνοιας, του μαζικού κόμματος και συνδικάτου, δηλαδή με τους όρους που γέννησε μια προηγούμενη περίοδος του καπιταλισμού. Από αυτή τη σκοπιά, η αντιπολίτευση του ΚΚΕ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ προς τον ΣΥΡΙΖΑ, έρχεται από μια άλλη εποχή την οποία δεν έχουμε λόγους να νοσταλγούμε. Οι καινούργιοι όροι θα αναδειχθούν και αναδεικνύονται ήδη μέσα από την κοινωνία. Σε κάθε περίπτωση, η στράτευση στην αντικαπιταλιστική ανατροπή δεν μπορεί να ξεχνάει το κράτος, το κεφάλαιο ή την ταξική πάλη και συνάδει με τη διαλεκτική και μια ολιστική αντίληψη του κόσμου. Από τη σκοπιά της Επανάστασης το έργο του Μαρξ, του Μπακούνιν, των Κομμουνιστών των Συμβουλίων, αλλά και του Καστοριάδη, του Γκυ Ντεμπόρ κ.α. παραμένει πάντα επίκαιρο, ενώ θα μπορούσε να είναι εξαιρετικά γόνιμη η κριτική επιστροφή στους μεγάλους θεωρητικούς των δημοκρατικών επαναστάσεων, δηλαδή στον Ρουσώ και τον Χέγκελ. Όμως, στους καιρούς μας αυτή η επικαιρότητα ή η γονιμότητα δεν είναι καθόλου δεδομένη. Πρέπει να επαναδιεκδικηθεί, να ξανακερδηθεί –σε ένα μεγάλο μέρος να ξαναδημιουργηθεί- μέσα από σκληρές πολιτικοθεωρητικές συγκρούσεις.

 Ο αντικαπιταλιστικός δρόμος θα διανοιχθεί μέσα από τις τρέχουσες πολιτικοκοινωνικές μάχες στις οποίες και καλούμαστε να πάρουμε μέρος. Αυτό που πρέπει όμως να τονίσουμε με τον πιο κατηγορηματικό και ξεκάθαρο τρόπο, είναι ότι δεν μπορούμε να στριμώξουμε τα όνειρα, τις ουτοπίες και τα κοινωνικά μας οράματα στις «ρωγμές», ότι δεν μπορούμε να χάσουμε από τα μάτια μας τον ορίζοντα μιας ανθρωπότητας –μιας ολόκληρης ανθρωπότητας– που να είναι απαλλαγμένη από το κράτος και το κεφάλαιο. Η άλλη πλευρά της επικράτησης των μεταμοντέρνων πολιτικών θεωριών είναι το να αφήσουμε το πάθος για το απόλυτο στους μουσουλμάνους φονταμενταλιστές. Ας μην επιτρέψουμε να συμβεί κάτι τέτοιο.

27-1-2015



Thursday, 12 June 2014

Ο Giorgio Agamben για την αρχαιολογία μιας αποτυχίας



Σήμερα, τα πολιτικά κόμματα που αυτοπροσδιορίζονται ως «προοδευτικά» και οι συνασπισμοί της λεγόμενης «Αριστεράς» έχουν κερδίσει αρκετούς μεγάλους δήμους, όπου έγιναν αυτοδιοικητικές εκλογές. Προκαλεί έκπληξη η σπουδή και η μονομανία των νικητών να παρουσιάσουν τους εαυτούς τους ως establishment, να καθησυχάσουν με κάθε κόστος τους ισχυρούς του παλαιού οικονομικού, πολιτικού και θρησκευτικού κατεστημένου. Όταν ο Ναπολέων νίκησε τους Μαμελούκους στην Αίγυπτο, το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να καλέσει τους προύχοντες, που αποτελούσαν τη ραχοκοκαλιά του παλαιού καθεστώτος, για να τους πληροφορήσει ότι, υπό τον νέο κυρίαρχο, οι προνομίες και οι αρμοδιότητές τους θα παρέμεναν άθικτες. Μια και δεν έχουμε να κάνουμε με στρατιωτική κατάκτηση μιας ξένης χώρας, ο ζήλος με τον οποίο ο αρχηγός ενός κόμματος –το οποίο έως πρότινος ονομαζόταν Κομμουνιστικό– βάλθηκε να καθησυχάσει τραπεζίτες και καπιταλιστές, επισημαίνοντας ότι η λιρέτα και το χρηματιστήριο άντεξαν τη δοκιμασία, είναι, τουλάχιστον, άκαιρος. Ένα είναι βέβαιο: αυτοί οι πολιτικοί θα καταλήξουν να ηττηθούν από την ίδια τη βούλησή τους να νικήσουν με κάθε κόστος. Η επιθυμία να γίνουν establishment θα τους καταστρέψει, όπως ακριβώς κατέστρεψε και τους προκατόχους τους.


Είναι σημαντικό να είναι κανείς σε θέση να διακρίνει μεταξύ ήττας και ατίμωσης. Η νίκη της Δεξιάς στις βουλευτικές εκλογές του 1994 υπήρξε ήττα για την Αριστερά, ήττα όμως που θα μπορούσε να μην ήταν κατ’ ανάγκη ατιμωτική. Εάν, όπως είναι σίγουρα η περίπτωση, η ήττα αυτή υπήρξε ατιμωτική, αυτό συνέβη επειδή σηματοδότησε την κατάληξη μιας διαδικασίας συνεχών υποχωρήσεων που είχε ήδη αρχίσει πριν από πολλά χρόνια.

Η ήττα ήταν ατιμωτική, όχι γιατί επήλθε μετά από μια μάχη δοσμένη από αντίθετες θέσεις, αλλά απλώς επειδή ακολουθήθηκε ηθελημένα η ταυτόσημη ιδεολογία του θεάματος, της αγοράς και των επιχειρήσεων. Ένας καπιταλισμός με καπέλο μελόν και πούρο, ένας καπιταλισμός με ένοχη συνείδηση, ηττήθηκε από έναν καπιταλισμό πιο απελευθερωμένο, χωρίς συμπλέγματα (πράγμα προβλέψιμο). Θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει το γεγονός αυτό ως μοιραία συνέπεια μιας προδοσίας που είχε ήδη ξεκινήσει στα χρόνια του σταλινισμού. Μπορεί, όντως, να είναι έτσι. Ωστόσο, αυτό που μας απασχολεί εδώ δεν είναι παρά το αποτέλεσμα μιας εξέλιξης που ξεκίνησε από τα τέλη της δεκαετίας του 1970. Πράγματι, έκτοτε μόνο ο ολικός εκφυλισμός του σκέπτεσθαι προσέλαβε την υποκριτική μορφή και τη φωνή του ορθού λόγου και της κοινής λογικής, που σήμερα εμφανίζεται με το όνομα του «προοδευτισμού».

Στο βιβλίο του L’Archéologie d’un échec [Η αρχαιολογία μιας αποτυχίας), ο Jean-Claude Milner έχει σαφώς ταυτοποιήσει και ορίσει ως «προοδευτισμό» την αρχή στο όνομα της οποίας έλαβε χώρα η διαδικασία του συμβιβασμού. Η επανάσταση έπρεπε να χρησιμοποιηθεί ως μέσο συμβιβασμού με το κεφάλαιο και την εξουσία, όπως ακριβώς η εκκλησία έπρεπε να τα βρει με τον νεωτερικό κόσμο. Έτσι, η συνταγή που πρυτάνευσε στη στρατηγική του προοδευτισμού, κατά τη διάρκεια της πορείας του προς την εξουσία, πήρε σιγά-σιγά την εξής μορφή: οφείλει να υποχωρεί κανείς στα πάντα, πρέπει να συμφιλιώνει το κάθε τι με το αντίθετό του, τη νοημοσύνη με την τηλεόραση και τη διαφήμιση, την εργατική τάξη με το κεφάλαιο, την ελευθερία του λόγου με το Κράτος-θέαμα, το περιβάλλον με τη βιομηχανική ανάπτυξη, την επιστήμη με την κοινή γνώμη, τη δημοκρατία με τον εκλογικό μηχανισμό, την ένοχη συνείδηση ​​και την αποστασία με τη μνήμη και την αφοσίωση.

Σήμερα βλέπουμε πού μας έχει οδηγήσει μια τέτοια ολέθρια στρατηγική. Η Αριστερά έχει συνεργαστεί ενεργά, σε όλους τους τομείς, στη δημιουργία συναινετικών εργαλείων και προϋποθέσεων που θα επιτρέψουν στη Δεξιά, από τη στιγμή που θα καταλάβει την εξουσία, να εφαρμόσει απλώς και να εξελίξει προκειμένου να πετύχει τους  δικούς της σκοπούς, χωρίς καμία δυσκολία. Έτσι, ενώ τα ιταλικά συνδικάτα υπέγραφαν τις συμφωνίες του Ιουλίου, σηματοδοτώντας την πλήρη αποστράτευση της εργατικής τάξης από τον αγώνα για συλλογικές συμβάσεις, περνούσε νόμος με τις ψήφους της Αριστεράς ο οποίος, με το πρόσχημα της προάσπισης της αυτονομίας των πανεπιστημίων, παρέδιδε το Πανεπιστήμιο στη λογική των επιχειρήσεων.

Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο η γερμανική Σοσιαλδημοκρατία αφόπλισε πνευματικά και φυσικά την εργατική τάξη, πριν παραδοθεί στον Ναζισμό. Και ενώ οι πολίτες, άνθρωποι καλής θέλησης, καλούνται σε επαγρύπνηση εν όψει κάποιων κατά φαντασία μετωπικών συγκρούσεων, η Δεξιά  έχει ήδη περάσει μέσα από το ρήγμα που η ίδια η Αριστερά έχει ανοίξει στις γραμμές της.


Giorgio Agamben [1996], "Σ’ αυτή την εξορία. Ιταλικό ημερολόγιο 1992-1994" [απόσπασμα], στο Μέσα χωρίς σκοπό. Σημειώσεις πάνω στην πολιτική [Mezzi senza fine, Bollati Boringhicri editore].

Wednesday, 11 June 2014

Support Embros / Στηρίξτε το Εμπρός



Συνέλευση για τη δίκη των δύο ηθοποιών που συνελήφθησαν στο Θέατρο Εμπρός κατά τη διάρκεια πρόβας



Τ
ην Πέμπτη 19 Ιουνίου δικάζονται στο Α’ Αυτόφωρο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθήνας οι ηθοποιοί Βασίλης Σπυρόπουλος και Δημήτρης Δρόσος, που συνελήφθησαν στις 30 Οκτωβρίου στον χώρο του Θεάτρου Εμπρός την ώρα που έκαναν πρόβα. Μετά από 24ωρη κράτηση με την αυτόφωρη διαδικασία παραπέμφθηκαν σε δίκη με τις κατηγορίες της παραβίασης «σφραγίδων, διατάραξης οικιακής ειρήνης και κατ’ εξακολούθηση κατάληψης δημοσίου κτιρίου». Αυτή η αδιανόητη σύλληψη αποτελεί κορύφωση της επίθεσης της Πολιτείας σε ένα χώρο που τα τρία τελευταία χρόνια έχει αναδειχθεί σε πυρήνα εναλλακτικής πολιτιστικής και κοινωνικής δράσης για το κέντρο της Αθήνας και μάλιστα μέσα στην καρδιά της κρίσης.



Από το Νοέμβριο του 2011, το Θέατρο ΕΜΠΡΟΣ, εγκαταλελειμμένο για πολλά χρόνια από την ελληνική πολιτεία, λειτουργεί ως καλλιτεχνικός αυτοδιαχειριζόμενος χώρος. Με πολιτισμική και κοινωνική δράση, σύνδεση με τους κατοίκους της γειτονιάς αλλά και με άλλους αυτοδιαχειριζόμενους χώρους, καθώς και με ένα σημαντικό τμήμα της ελληνικής και της διεθνούς καλλιτεχνικής και ακαδημαϊκής κοινότητας, λειτουργεί ως πυρήνας καλλιτεχνικής δημιουργίας και πειραματισμού, αλλά και κοινωνικής αλληλεγγύης και πολιτικού ακτιβισμού, αντίθετος σε κάθε λογική εμπορευματοποίησης και αποκλεισμού, ως κοινό αγαθό για τη γειτονιά και την πόλη.

Στα πρόσωπα των δύο ηθοποιών δικάζεται το ίδιο το Εμπρός, η σωτηρία του οποίου είναι σημαντική σε μια εποχή που το κράτος αποδεικνύεται ανίκανο ή μάλλον απρόθυμο να στηρίξει υλικά τον πολιτισμό και τη δημιουργία κοινωνικών δομών.
Ήδη έχουν υπογραφεί δηλώσεις υποστήριξης και έχουν σταλεί επιστολές συμπαράστασης προς το ΕΜΠΡΟΣ από ελληνικά και ξένα πανεπιστήμια, ακαδημαϊκούς, διανοούμενους, καλλιτέχνες, πολιτικές οργανώσεις, συλλογικότητες, πολλούς φορείς και άτομα από την Ελλάδα και το εξωτερικό. (αναλυτικά: http://embrostheater.blogspot.gr/2013/10/blog-post_31.html και http://www.gopetition.com/petitions/support-embros-society-and-culture-under-threat-in-greece.html).
.
Καθώς την Κυριακή 15 Ιουνίου στις 19.00 η Ανοιχτή Συνέλευση του Εμπρός είναι αφιερωμένη στη δίκη, καλούμε τις καλλιτεχνικές ομάδες, τις συλλογικότητες, τους φορείς και τα άτομα που έχουν συμμετάσχει στο Εμπρός κι έχουν παρουσιάσει το έργο τους στο χώρο αυτόν, να συμμετέχουν στη συνέλευση αλλά και να παρίστανται τη μέρα της δίκης στο δικαστήριο. Η υποστήριξή σας είναι ζωτικής σημασίας για τη συνέχιση του εγχειρήματος του ΕΜΠΡΟΣ αλλά και για τους δύο συλληφθέντες ηθοποιούς.